Μία από τις σημαντικότερες διαφορές μεταξύ “ανοικτού” και “κλειστού” λογισμικού είναι ο τρόπος οργάνωσης των ομάδων εργασίας. Ο Eric S. Raymond στο “The Cathedral and the Bazaar” (1996) περιγράφει πώς αν στο “κλειστό” λογισμικό επικρατεί μία οργάνωση που θυμίζει καθεδρικό ναό τότε η κατάσταση στο στο “ανοικτό” λογισμικό θα μπορούσε να παρομοιαστεί με παζάρι.
Γράφει ο E.S.R (τα bold δικά μου):
“Ο Καθεδρικός και το Παζάρι.
Το Linux είναι ανατρεπτικό. Ποιος θα είχε έστω σκεφτεί πριν από πέντε χρόνια (1991) ότι ένα παγκοσμίου κλάσσης λειτουργικό σύστημα μπορούσε να συντεθεί, θα έλεγε κανείς μαγικά, από το μερικής απασχόλησης hacking αρκετών χιλιάδων προγραμματιστών διασκορπισμένων σε όλο τον πλανήτη και συνδεδεμένων μόνο με τα ισχνά νήματα του Internet;
Σίγουρα όχι εγώ. Μέχρι το Linux να μπει στο ραντάρ μου, στις αρχές του 1993, ήμουν ήδη αναμεμιγμένος στην ανάπτυξη προγραμμάτων στο Unix και το ανοικτό λογισμικό για δέκα χρόνια. Ήμουν ένας από τους πρώτους που έκαναν συνεισφορές στο GNU, στα μέσα της δεκαετείας του ‘80. Είχα δημοσιεύσει στο Internet μία σεβαστή ποσότητα ανοικτού λογισμικού, που είχα αναπτύξει είτε μόνος μου είτε μαζί με άλλους (nethack, τα VC και GUD modes για το Emacs, xlife και άλλα) και που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα. Νόμιζα ότι ήξερα πώς γίνεται.
Το Linux ανέτρεψε πολλά από αυτά που νόμιζα ότι ήξερα. Κήρυσσα επί χρόνια το Ευαγγέλιο του Unix υμνώντας τα μικρά εργαλεία, την γρήγορη ανάπτυξη πρωτοτύπων, τον εξελικτικό προγραμματισμό. Όμως, πίστευα επίσης ότι υπάρχει ένα κρίσιμο σημείο στην πολυπλοκότητα, μετά το οποίο θα απαιτούνταν μία πιο κεντρική, επιβεβλημένη από πριν, προσέγγιση. Πίστευα ότι τα πιο σημαντικά κομμάτια λογισμικού (λειτουργικά συστήματα και πραγματικά μεγάλα εργαλεία όπως ο editor Emacs για προγραμματιστές) χρειάζονταν να χτιστούν όπως οι καθεδρικοί, με την τέχνη ξεχωριστών μάγων ή μικρών ομάδων μάγων, που θα δούλευαν σε απόλυτη απομόνωση, χωρίς την δημοσίευση δοκιμαστικού κώδικα (beta code) πριν την ώρα του.
Ο τρόπος ανάπτυξης κώδικα του Linus Torvalds –δημοσίευε νωρίς και συχνά, ανέθεσε και αποκέντρωσε εξουσίες και εργασίες, γίνε ανοικτός σε προκλητικό σημείο– ήταν για εμένα μία έκπληξη. Δεν υπήρχε το ευλαβικό, ήσυχο χτίσιμο του καθεδρικού εδώ –αντίθετα, η κοινότητα του Linux έμοιαζε περισσότερο ένα μεγάλο πολύβοο παζάρι διαφορετικών σχεδίων και προσεγγίσεων (αποτυπωμένο με ακρίβεια στα sites με τα αρχεία του Linux, που δέχονταν συμβολές από οποιονδήποτε), μέσα από το οποίο ένα συνεκτικό και σταθερό σύστημα έμοιαζε δυνατό να προκύψει μόνο μετά από διαδοχικά θαύματα.
Το γεγονός ότι αυτό το στύλ του παζαριού έμοιαζε να δουλεύει, και να δουλεύει καλά, ήταν για εμένα ένα ξεκάθαρο σοκ. Καθώς εξοικειωνόμουν με τον χώρο, δούλεψα σκληρά όχι μόνο σε συγκεκριμένα έργα, αλλά και προσπαθώντας να καταλάβω γιατί ο κόσμος του Linux όχι μόνο δεν πελαγοδρομούσε σε σύγχυση, αλλά έδειχνε να βελτιώνεται με ταχύτητες αδιανόητες για τους χτίστες καθεδρικών.
Περί τα μέσα του 1996 νόμιζα ότι είχα αρχίσει να καταλαβαίνω. Η τύχη μου έδωσε τον τέλειο τρόπο να δοκιμάσω την θεωρία μου, με την μορφή ενός project ανοικτού λογισμικού που θα μπορούσα συνειδητά να δοκιμάσω να τρέξω με το στυλ του παζαριού. Έτσι και έκανα –και αποδείχθηκε σημαντική επιτυχία.”
